Σάββατο, 26 Μαΐου 2007

26 Μάη 1947: Η πρώτη νύχτα της Μακρονήσου

Στο μεταδεκεμβριανό κράτος και ενώ ο εμφύλιος δεν απείχε πολύ, η δεξιά είχε ανάγκη από «καθαρό στρατό» απαλλαγμένο από το "κομμουνιστικό μίασμα". Γι' αυτό και η διαταγή στα μέσα του 1946 ήταν σαφής: «Εκκαθάρισις όλων των μονάδων από τα αριστερά, αριστερίζοντα και ύποπτα αριστερισμού στοιχεία». Χιλιάδες φαντάροι που με βάση τις αστυνομικές πληροφορίες για τα φρονήματά τους κρίνονταν «επικίνδυνοι» ή απλώς ύποπτοι, απομονώνονται από τον «κορμό του εθνικού στρατού» και στελεχώνουν τα περιβόητα «Τάγματα Σκαπανέων», δηλαδή άοπλων φαντάρων που σέρνονται από δω κι από κει (Λιόπεσι, , Λάρισα, Μίκρα, Ντουντουλάρ, Άγιος Νικόλαος, Ρέθυμνο).

Στα μυαλά των στρατιωτικών και πολιτικών παραγόντων αποκρυσταλλώνεται η ιδέα να περιοριστούν οι σκαπανείς κάπου απομονωμένοι ώστε να οργανωθεί η «προσπάθεια επαναφοράς τους στους κόλπους της μητέρας πατρίδας». Έτσι στις αρχές του 1947 ο υπουργός στρατιωτικών δέχεται εισηγήσεις για την οργάνωση τριών στρατοπέδων: της Μακρονήσου για στρατεύσιμους, του Τρίκερι και της Γυάρου για πολίτες.

Την ίδια περίοδο φτάνει και η αμερικάνικη βοήθεια του Δόγματος Τρούμαν (ο οποίος δήλωνε πως πρέπει να στηριχτεί το ελληνικό κράτος που «...απειλείται σήμερα από τις τρομοκρατικές ενέργειες μερικών χιλιάδων ένοπλων, υπό κομμουνιστική ηγεσία...») και μαζί της -χωρίς βέβαια να υποτιμούνται καθόλου και οι πολύτιμες συμβουλές των Άγγλων- η τεχνογνωσία και οι οδηγίες για να στηθεί ο «νέος Παρθενώνας» όπως ονομάστηκε το κολαστήριο της Μακρονήσου.

Στις 26 Μάη του 1947 οι φαντάροι του 3ου λόχου του Β’ τάγματος σκαπανέων, φορτώνονται σε ένα μεγάλο καίκι που τραβάει νοτιοδυτικά από την βραχώδη παραλία της Αττικής προς τη Μακρόνησο. Τις επόμενες μέρες τους ακολουθούν και οι υπόλοιποι λόχοι του Β’ Τάγματος.

Καθώς το καίκι κατέβαινε όλο και πιο δυτικά, μια έγνοια πήρε να με κατατρώει. Για πρώτη φορά σκέφτηκα: Πού στο διάβολο θα φτάσει αυτή η ιστορία; Πού πηγαίνουμε τώρα; Σε ποια στρούγκα θα μας στριμώχνανε πάλι; Μάλαζα τα μαύρα σημάδια από το ξύλο πάνω στα χέρια μου κι έλεγα μέσα μου: Θέλουνε να μας αλλάξουνε την πίστη. Είναι τόσο κουτοί; Δεν καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν γίνεται; Εγώ έφαγα τα νιάτα μου σ’ όλη την κατοχή για να γλιτώσει η πατρίδα μας από τη χολέρα του φασισμού. Όργωσα ξυπόλητος όλη τη Μεσσηνία και τη μισή Λακωνία για να μην έχουμε αφεντικά πάνω στα κεφάλια μας. Τί ζητάνε τώρα τούτοι από μας; Να γυρίσουμε πάλι πίσω;

(Αφήγηση Γ. Καν. Από το βιβλίο του Ν Μάργαρη Ιστορία της Μακρονήσου).

Τους τρεις επόμενους μήνες σταδιακά μεταφέρονται στην «Εθνική κολυμπήθρα» το Γ’ Τάγμα, το Α’ Τάγμα που βρισκόταν για λίγους μήνες στη Γυάρο προκειμένου να στήσει τις εγκαταστάσεις για τους πολιτικούς εξόριστους, και οι Στρατιωτικές φυλακές. Όπως λέει ο Μάργαρης στο ίδιο βιβλίο:

Δεν μπορούσαμε να βάλουμε στο νου μας εκείνη την ημέρα του Μαίου που μας ξεφόρτωσαν στο Μακρονήσι τι έμελλε να γίνει σε λίγο καιρό. Στην αρχή νομίζαμε πως η μεταγωγή μας ήταν προσωρινή...είχαμε τόσο συνηθίσει με τις ασταμάτητες μετακινήσεις που δεν φανταζόμαστε ότι εκεί θα ριζώναμε...μα γελαστήκαμε...
Το Μακρονήσι τον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού φιλοξενούσε τέσσερα στρατόπεδα. Μέσα σε ένα τρίμηνο από την ημέρα που άνοιξε τα γυμνά και άγρια βράχια σήκωναν φορτίο κάπου 8.000 φαντάρων, υπαξιωματικών, ναυτών, αεροπόρων και φυλακισμένων.

Στο κολαστήριο της Μακρονήσου έμελλε τα επόμενα χρόνια να γραφτούν μερικές από τις σκοτεινότερες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας, με αποκορύφωμα τη σφαγή του Φλεβάρη-Μάρτη του 1948 στο Α’ τάγμα, αλλά και χιλιάδες ηρωικές στιγμές αγωνιστών που αντιστάθηκαν στον εξευτελισμό, τη βία, τα απάνθρωπα βασανιστήρια και το θάνατο.

Στη δεκάχρονη ιστορία του το κολαστήριο της Μακρονήσου «φιλοξένησε» 50.000 ως 100.000 στρατιώτες και πολίτες. Αποτέλεσε ένα μαζικό πείραμα άσκησης συστηματικής, επιστημονικής βίας με κύριο στόχο την αλλαγή συνειδήσεων. Βασικός στόχος να χτυπηθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, απειλές, τρόμος, ατομικοί και ομαδικοί βασανισμοί, για να σκύψουν οι αγωνιστές το κεφάλι, να καμφθεί το ηθικό. Στόχος η «ιδεολογική αναβάπτιση» με την «υπογραφή»:

«Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμία σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ ... Επειδή είμαι γνήσιο ελληνόπουλο καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινας αποτελούν τα εγκληματικά, σλαυόδουλα και αντεθνικά συγκροτήματα ...Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθεί εις τον Τύπον και να διαβασθεί εις την εκκλησίαν της ενορίας μου».

«Όταν μας μπαρκάρανε για το Μακρονήσι ξέραμε δυό πράγματα: Πως εκεί δύσκολα βαστάς. Είναι ζήτημα αν βαστάει το 1%. Και στο 1% περιλαμβάνονται πεθαμένοι, τρελοί, σακατεμένοι και μερικοί λίγο υγιείς».

Γιάννης Χοντζέας

«...Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ' αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ»

Μενέλαος Λουντέμης

«Περάσαμε πολύ καιρό στο Μακρονήσι,
κοιμηθήκαμε μάγουλο με μάγουλο με το θάνατο,
πολλοί αφήσανε εκεί τα κόκαλά τους.
Πολλοί αφήσανε τα πόδια τους, τα χέρια τους.
Πολλοί τώρα περπατάνε με δεκανίκια,
πολλοί δεν περπατάνε καθόλου,
πολλοί φωνάζουν τις νύχτες στον ύπνο τους,
πολλοί δεν έχουν καθόλου μιλιά,
πολλοί δεν μπορούν πια να δουν,
πολλοί δεν μπορούν πια να καταλάβουν
τη φωνή της μάνας τους.

Ολο το φταίξιμό μας είναι που αγαπάμε,
όπως κι εσύ Ζολιό,
τη Λευτεριά
και την Ειρήνη»

(Γιάννης Ρίτσος: Από το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί»)

Είπαν για τη μακρόνησο:

“Το υπέροχο αυτό πείραμα θα μπορούσαν να το μιμηθούν πολλαί χώραι» είχε δηλώσει το Μάη του 1949 ο Τέινχαμ, τότε αντιπρόεδρος της αγγλικής βουλής των λόρδων.

Ο Π. Κανελλόπουλος βεβαίωνε το Μάρτη του 1949 ότι «Η ιστορία θα γράψει πως η στροφή της παγκοσμίου καταστάσεως άρχισε στη Μακρόνησο. Στο ξερονήσια αυτό εβλάστησε η Ελλάς ωραιοτέρα από κάθε άλλη φορά».

«...Η Μακρόνησος είναι προ παντός ένα μεγάλο εκπαιδευτήριο και γυρεύει να στηριχθεί εις τον ορθόν λόγον. Ζητεί μιαν πνοήν ανθρωπιάς, στοργής και φιλίας, τας οποίας καλούνται να δώσουν όσοι ορμεμφύτως τας αισθάνονται δια τα παραστρατημένα τέκνα της Ελλάδας» Κ. Τσάτσος, υπουργός παιδείας Οκτώβρης 1949

Βας. Φάβης, καθηγητής πανεπιστημίου «Καθώς η Ήρα κατά τον αρχαίον μύθον, λουσμένη στα ύδατα του Κανάθου ανέκτα παρθενικήν ακμήν και κάλλος, ούτω και οι εισερχόμενοι εις το Εθνικόν Παιδευτήριον της Μακρονήσου αποκαθαίρονται από παντός πνευματικού ρύπου και ψυχικής σκωρίας και ανακτούν νέαν ακλήν και ρώμην»

Πηγές
Νίκου Μάργαρη:«Η ιστορία της Μακρονήσου», Αθήνα 1966
Γιώργου Φαρσακίδη: Μακρόνησος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή
ΙΟΣ της ελευθεροτυπίας: συνταγματάρχης Γ. Μπαϊρακτάρης «Γιατί φτιάξαμε τη Μακρόνησο» http://www.iospress.gr/ios2003/ios20030914a.htm

1 σχόλιο:

Σπύρος Σεραφείμ είπε...

απίστευτο αφιέρωμα, συγχαρητήρια, το ζήλεψα, με την καλή έννοια.
Έτσι, για να μην ξεχνάμε το κολαστήριο της Μακρονήσου...