Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Η ΕΠΟΝ σφράγισε τη ζωή μας

"Πολεμάμε και τραγουδάμε", συνέντευξη με την Άλκη Ζέη για την ΕΠΟΝ από την εφημερίδα "Δρόμος"

Πέτρος Ανταίος: πως ιδρύσαμε την ΕΠΟΝ από το βιβλίο του Στέλιου Κούλογλου "Μαρτυρίες για τον εμφύλιο και την Ελληνική Αριστερά" σπό το tvxs.gr


Η ΕΠΟΝ σφράγισε τη ζωή μας

του Σπύρου Νοταρά (δημοσιεύτηκε «Αυγή» 22.2.1976)

Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποια θάταν η ζωή μου αν, σ’ ένα κρίσιμο σημείο της, δεν την έτεμναν τόσο βαθειά κι αποφασιστικά ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση.

γεννήθηκα σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, σ’ ένα φτωχομαχαλά. Δεν έχει σημασία ποια είναι η πόλη αυτή γι’ αυτό και δεν τη μνημονεύω. Όποια κι αν βάλετε στο νου σα το ίδιο κάνει. Όλες οι πολιτείες κι όλες οι φτωχογειτονιές ίδιες είναι. Κι όλες οι φτωχοφαμελιές σαν τη δικιά μας. Ο πατέρας στο μικρομάγαζο κι η μάνα στο νεροχύτη, στο πλυσταριό και στο μικρό περιβολάκι με τα γεράνια, τα μοσχομπίζελα, τους βασιλικούς.

Κι εμείς, τα παιδιά, στο σχολείο το πρωί και στα σταυροδρόμια τ’ απόγευμα. Γραμματική Τζάρτζανου και ξυλίκι ... Κύρου Ανάβασις και γκαζές ... Άλγεβρα Τόγκα και κρυφτούλι ... Την Κυριακή το πρωί στην εκκλησία, την Κυριακή τ’ απόγευμα στην πλατεία. Την 25η Μαρτίου παρέλαση με τη στολή της ΕΟΝ. Είχαμε κι όλας αρχίσει να πασαλείβουμε τα μαλλιά με πριγιαντίνη και να κοιτάμε τα κορίτσια σέρτικα. Και τις καλοκαιριάτικες βραδιές αναστατώναμε τη γειτονιά με τις αδέξιες καντάδες μας. «Αν σε αγαπούν τ’ άνθη και στο πουν με γλυκά του έρωτα τραγούδια».

Για εξωσχολικό διάβασμα ούτε κουβέντα να γίνεται. Το πολύ-πολύ κανένα «Μπουκέτο» και τ’ αστυνομικά βιβλιαράκια της εποχής: «Μάσκα» και «Αράχνη», «Ντέντεκτιβ Χ» κι Αρσέν Λουπέν.

Οι πολιτικές συζητήσεις σχεδόν άγνωστες. Μέσα στη Μεταξική δικτατορία τι συζητήσει να γίνουν. Κάτι μισόλογα μόνο και ψου-ψου ο πατέρας με τους φίλους του κι αυτό ήταν όλο. Όσο, όμως, ζύγωνε ο πόλεμος όλο κι άναβαν τα αίματα. Ο κόσμος χωριζόταν σε αγγλόφιλους και γερμανόφιλους. Κάτι αρχίσαμε να ψυλλιαζόμαστε. Δε βαριέσαι, μικροπράγματα. Όλα πνιγόνταν στο τέλμα της χαμοζωής. Κουσκουριό, μικρολογία κι οικογενειακοί καυγάδες που τους διαδέχονταν οικογενειακά γλέντια και ξεφαντώματα.

Αληθινά, πολλές φορές αναρωτιέμαι πως θα ‘ταν η ζωή, η ζωή μας, αν όλα συνεχίζονταν κάπως έτσι. Δεν συνεχίστηκαν όμως. Ο πόλεμος κι η κατοχή που τον ακολούθησε πέσανε σαν ανεμοστρόβιλος πάνω στην τελματωμένη αυτή ζωή και την αναστάτωσαν, την ξεθεμέλιωσαν, τη σάρωσαν. Όλα γύρω μας ήταν σαν και πριν κι όμως όλα ήταν αλλαγμένα – οι άνθρωποι, τα πρόσωπα, οι κουβέντες τους, τα φερσίματά τους. σοβάρεψαν, μέστωσαν θαρρείς, όλοι μαζί, μέσα σε λίγες μέρες. Οι μικροέχθρητες σβήσανε, τα κουτσομπολιά καταλάγιασαν, η μικρολογία έγινε ξαφνικά άτοπη. Η χαμοζωή εξυψωνόταν στο επίπεδο της τραγωδίας. Κι οι άνθρωποι κουβέντιαζαν υπεύθυνα και σοβαρά για την πείνα και το θάνατο, τον πόλεμο και τις αιτίες του, για τις προοπτικές και τ’ αδιέξοδα.

Κι εμείς τα παιδιά, σοβαρέψαμε μέσα σε λίγους μήνες. Συζητούσαμε για τον πόλεμο, για τους Γερμανούς, για τους Άγγλους και τους Ρώσους, για τους αντάρτες που άρχισαν να γεμίζουν τα γύρω βουνά, για τις αντιστασιακές οργανώσεις που φούντωναν στην πόλη.

Και μια μέρα βρεθήκαμε επονίτες. Για έναν έφηβο μιας φτωχογειτονιάς σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, η εμπειρία που λέγεται ΕΠΟΝ ισοδυναμεί με μια μεταμόρφωση τόσο βαθειά κι εκτεταμένη που για να την περιγράψει κανείς θάθελε πολλές, πάμπολες σελίδες. Στις λιγοστές αράδες που ακολουθούν θάθελα να μνημονέψω, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία, τι μας πρόσφερε η ΕΠΟΝ στον τομέα της κουλτούρας.

Καλύτερα να πως τι στάθηκε η ΕΠΟΝ για την κουλτούρα μας. Γιατί, στις συνθήκες εκείνης της εποχής, αυτά που μπορούσε να προσφέρει, αν μετρηθούν σαν πολιτιστικό υλικό, ήταν λίγα, απίστευτα λίγα,. Θάκαναν ένα σημερινό νέο να χαμογελάσει με συγκατάβαση. Ας μη βιαστεί όμως. Γιατί η ΕΠΟΝ δημιούργησε τέτοιο κλίμα γύρω μας, έγινε ένα τόσο γόνιμο θερμοκήπιο που κι ο παραμικρός σπόρος ρίζωνε και βλάσταινε μέσα σε λίγους μήνες.

Αυτό μας πρόσφερε κυρίως η ΕΠΟΝ: ατμόσφαιρα, κλίμα κι ερεθίσματα. Ιδέες τρανές κι οράματα λαμπρά άρχισαν να κυκλοφορούν στ’ άγουρα μυαλουδάκια μας. Σκέψεις για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη μοίρα του, για την κοινωνία που τον έφτιαξε και για την κοινωνία που θα έπρεπε να φτιάξει εκείνος. Τα όρια της φτωχογειτονιάς, οι κλειστοί ορίζοντες της ασήμαντης πολιτειούλας εξαφανίζονταν. Ο απέραντος κόσμος εισορμούσε στις έκπληκτες ψυχές μας.

Δρούσαμε, πεινούσαμε, συζητούσαμε, αγωνιζόμασταν, σπουδάζαμε, κινδυνεύαμε και διαβάζαμε.

Διαβάζαμε! Πρώτα-πρώτα τις κακοτυπωμένες πολυγραφημένες, χιλιοδιπλωμένες και μουτζουρωμένες παράνομες εφημεριδούλες με τα μεγάλα λόγια και τα φλογερά συνθήματα. Τις ρουφούσαμε. Κι έπειτα συζητήσεις, συζητήσεις, ατέλειωτες συζητήσεις. Αρχίσαμε ν’ αναζητάμε και βιβλία. Όλο και κάτι θα βρισκόταν. Ο ζητών ευρίσκει αντιπολεμική φιλολογία, κοινωνικό μυθιστόρημα, επαναστατική ποίηση, ανακατωμένα, μπερδεμένα, φύρδην-μίγδην. Μυριβήλης και Μαξ Νορντάου, Βάρναλης και Γαλάτεια Καζαντζάκη, Καρλ Μαρξ και Πανάϊτ Ιστράτι.

Είχαμε και τα πάρτυ μας (πάρτυ τα λέγαμε κι όχι πάρτυς). Ποιος δεν θυμάται τα επονίτικα πάρτυ της κατοχής! Μα πάνω απ’ όλα, το σπάσιμο των φραγμών, ο συγχρωτισμός νέων από κάθε τάξη, ηλικία, φύλο και μορφωτικό επίπεδο. Η συντροφικότητα, η φιλία, η εξαλλαγή, ο εμπλουτισμός.

Κι η μεγαλύτερη προσφορά της ΕΠΟΝ: η αυτενέργεια, η πρωτοβουλία, η ανέγνωρη ως τότε ώθηση της δημιουργικότητας. Όποιο ταλέντο κι αν είχες δεν πήγαινε χαμένο. Μόνοι μας γράφαμε τις εφημερίδες μας, μόνοι μας τις τυπώναμε, από μας τους ίδιους ξεπήδησαν κι οι αυτοδίδαχτοι χαράκτες μας που μάθαν να δουλεύουν το λινόλεουμ και το ξύλο. Τα παιδιά που παίζαν κάποιο μουσικό όργανο ήταν περιζήτητα.

Στις απελευθερωμένες περιοχές οι ερασιτεχνικοί θίασοι φύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Στους λίγους μήνες της λευτεριάς, μεταξύ της Γερμανικής κατοχής και της Εγγλέζικης, στη μικρή μας πόλη δημιουργήθηκαν δυό σοβαροί ερασιτεχνικοί θίασοι, που ανέβαζαν έργα σαν την «Αγριόπαπια» του Ίψεν και την «Τιμή» του Σούντερμαν, και πολλοί μικρότεροι που έπαιζαν σκετς στις συνοικίες. Φτιάξαμε μια μεγάλη χορωδία μικτή, μια ορχήστρα ελαφράς μουσικής, ένα κουκλοθέατρο για την ψυχαγωγία των μικρών παιδιών και μια λέσχη που ήταν το καύχημα της πόλης μας ώσπου έγινε στάχτη στο βωμό της εμφυλιοπολεμικής μισαλλοδοξίας.

Κάτω απ’ τη στάχτη αυτή έμειναν θαμένοι, χρόνους και καιρούς, οι σπόροι που πρόφτασε να ρίξει η ΕΠΟΝ με τα λιγοστά μέσα που είχε στη διάθεσή της. Οι εμπρηστές πίστεψαν πως είχαν πια ξεμπερδέψει μια για πάντα μ’ αυτή την υπόθεση. Οι σπόροι, όμως, θαρρώ πως κάναν τη δουλειά τους. Κι ας ήταν πια το κλίμα δύσκρατο. Μέσα στ’ αποκαΐδια δεν έπαψαν ν’ απλώνουν τις μικρές κι αδιόρατες ριζούλες τους.

Σαν έρθει η ώρα της άνοιξης τίποτα, τίποτα δεν μπορεί ν αναχαιτίσει τη βλάστηση. Η άνοιξη μιας νέας εποχής είχε σημάνει και για την Ελλάδα. Χελιδόνια της υπήρξαν τα πεινασμένα επονιτάκια της κατοχής. Η άνοιξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε ακόμα σ’ ένα ζεστό και πλούσιο σε καρπούς καλοκαίρι. Οι εποχές της Ιστορίας δεν είναι τόσο σύντομες και τόσο κανονικές όσο οι εποχές του χρόνου. Η Ελλάδα ωστόσο απέκτησε μια γενιά πιο ώριμη, πιο υπεύθυνη και πιο προχωρημένη απ’ τις προηγούμενες. Ένα νέο είδος ανθρώπων που θ’ άλλαζαν τη φυσιογνωμία και τα πεπρωμένα αυτού του τόπου.

Στη γενιά αυτή έλαχε μαύρος κλήρος. Προδόθηκε, ταπεινώθηκε, βασανίστηκε, αποδεκατίστηκε. Έζησε – και ζει ακόμα – με το μαράζι και τον καημό της αποστολής που μποδίστηκε να ολοκληρώσει. Φαρμακερό σεκλέτι. Αλλά και με την περηφάνεια του σκυταλοδρόμου που ξεπνοϊσμένος απ’ τ’ ατέλειωτο τρέξιμο στον κακοτράχαλο δρόμο πρόφτασε να παραδώσει τη σκυτάλη.

Εμείς, λοιπόν, τα παιδιά – πενηντάρηδες πάνω-κάτω – κοιτάμε τη σημερινή μας νεολαία, τη διψασμένη για μάθηση και δράση, τη φλογισμένη και στοχαστική, την ωραία μας νεολαία – με τις πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες και τους ψηλότερους στόχους – την ατενίζουμε, λοιπόν, με συγκίνηση και καμάρι και μας αρέσει να συλλογιόμαστε πως οι σπόροι που ρίξαμε δεν πήγαν κι εντελώς χαμένοι. Αν έστω και λίγες καταβολάδες φτάσαν ως τη σημερινή νέα γενιά, χαλάλι. Αν έστω και λίγες καταβολάδες φτάσαν ως τη σημερινή νέα γενιά χαλάλι. Το ψωμί που φάγαμε και το κρασί που ήπιαμε χαλάλι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: